Conjugation of αναβράζω
a.naˈvra.zoταράζομαι ψυχικά, εξοργίζομαι, εξάπτομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναβράζω |
| εσύ | αναβράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναβράζει |
| εμείς | αναβράζουμε |
| εσείς | αναβράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναβράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανάβραζα |
| εσύ | ανάβραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάβραζε |
| εμείς | αναβράζαμε |
| εσείς | αναβράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάβραζαν |
Αόριστος
| εσύ | ανάβρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάβρασε |
| εμείς | αναβράσαμε |
| εσείς | αναβράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάβρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναβράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εσύ | αναβράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναβράσει |
| εμείς | αναβράσουμε |
| εσείς | αναβράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναβράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάβραζε |
| εσείς | αναβράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάβρασε |
| εσείς | αναβράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναβράσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.