HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναβράζω — definition

Conjugation of αναβράζω

Regular CEFR B2
a.naˈvra.zo

ταράζομαι ψυχικά, εξοργίζομαι, εξάπτομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβράζω
εσύ αναβράζεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβράζει
εμείς αναβράζουμε
εσείς αναβράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβράζουν
Παρατατικός
εγώ ανάβραζα
εσύ ανάβραζες
αυτός / αυτή / αυτό ανάβραζε
εμείς αναβράζαμε
εσείς αναβράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάβραζαν
Αόριστος
εσύ ανάβρασες
αυτός / αυτή / αυτό ανάβρασε
εμείς αναβράσαμε
εσείς αναβράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάβρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εσύ αναβράσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβράσει
εμείς αναβράσουμε
εσείς αναβράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάβραζε
εσείς αναβράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάβρασε
εσείς αναβράστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβράσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary