HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναβλέπω — definition

Conjugation of αναβλέπω

Regular CEFR B2
a.naˈvle.po

βλέπω προς τα πάνω, σηκώνω το βλέμμα. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβλέπω
εσύ αναβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβλέπει
εμείς αναβλέπουμε
εσείς αναβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβλέπουν
Παρατατικός
εγώ ανέβλεπα
εσύ ανέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβλεπε
εμείς αναβλέπαμε
εσείς αναβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβλεπαν
Αόριστος
εγώ ανέβλεψα
εσύ ανέβλεψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβλεψε
εμείς αναβλέψαμε
εσείς αναβλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναβλέψω
εσύ αναβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβλέψει
εμείς αναβλέψουμε
εσείς αναβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάβλεπε
εσείς αναβλέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάβλεψε
εσείς αναβλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβλέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary