HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναβάλλω — definition

Conjugation of αναβάλλω

Regular CEFR C2
a.naˈva.lo

μεταθέτω την εκτέλεση πράξεως σε μελλοντικό καθορισμένο ή ακαθόριστο χρόνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβάλλω
εσύ αναβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβάλλει
εμείς αναβάλλουμε
εσείς αναβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβάλλουν
Παρατατικός
εγώ ανέβαλλα
εσύ ανέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβαλλε
εμείς αναβάλλαμε
εσείς αναβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβαλλαν
Αόριστος
εγώ ανέβαλα
εσύ ανέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβαλε
εμείς αναβάλαμε
εσείς αναβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναβάλω
εσύ αναβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβάλει
εμείς αναβάλουμε
εσείς αναβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάβαλλε
εσείς αναβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάβαλε
εσείς αναβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβάλλομαι
εσύ αναβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναβάλλεται
εμείς αναβαλλόμαστε
εσείς αναβάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβάλλονται
Παρατατικός
εγώ αναβαλλόμουν
εσύ αναβαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναβαλλόταν
εμείς αναβαλλόμασταν
εσείς αναβαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναβάλλονταν
Αόριστος
εγώ αναβλήθηκα
εσύ αναβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναβλήθηκε
εμείς αναβληθήκαμε
εσείς αναβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναβληθώ
εσύ αναβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναβληθεί
εμείς αναβληθούμε
εσείς αναβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναβάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αναβληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβληθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary