HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανάβω — definition

Conjugation of ανάβω

Regular CEFR C2
aˈna.vo

τίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανάβω
εσύ ανάβεις
αυτός / αυτή / αυτό ανάβει
εμείς ανάβουμε
εσείς ανάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάβουν
Παρατατικός
εγώ άναβα
εσύ άναβες
αυτός / αυτή / αυτό άναβε
εμείς ανάβαμε
εσείς ανάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά άναβαν
Αόριστος
εγώ άναψα
εσύ άναψες
αυτός / αυτή / αυτό άναψε
εμείς ανάψαμε
εσείς ανάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά άναψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανάψω
εσύ ανάψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανάψει
εμείς ανάψουμε
εσείς ανάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άναβε
εσείς ανάβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άναψε
εσείς ανάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανάβομαι
εσύ ανάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανάβεται
εμείς αναβόμαστε
εσείς ανάβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάβονται
Παρατατικός
εγώ αναβόμουν
εσύ αναβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναβόταν
εμείς αναβόμασταν
εσείς αναβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανάβονταν
Αόριστος
εγώ ανάφτηκα
εσύ ανάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανάφτηκε
εμείς αναφτήκαμε
εσείς αναφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναφτώ
εσύ αναφτείς
αυτός / αυτή / αυτό αναφτεί
εμείς αναφτούμε
εσείς αναφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανάβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάψου
εσείς αναφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary