Conjugation of ανάβω
aˈna.voτίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανάβω |
| εσύ | ανάβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάβει |
| εμείς | ανάβουμε |
| εσείς | ανάβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάβουν |
Παρατατικός
| εγώ | άναβα |
| εσύ | άναβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άναβε |
| εμείς | ανάβαμε |
| εσείς | ανάβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άναβαν |
Αόριστος
| εγώ | άναψα |
| εσύ | άναψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άναψε |
| εμείς | ανάψαμε |
| εσείς | ανάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άναψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανάψω |
| εσύ | ανάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάψει |
| εμείς | ανάψουμε |
| εσείς | ανάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άναβε |
| εσείς | ανάβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άναψε |
| εσείς | ανάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανάβομαι |
| εσύ | ανάβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάβεται |
| εμείς | αναβόμαστε |
| εσείς | ανάβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάβονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναβόμουν |
| εσύ | αναβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναβόταν |
| εμείς | αναβόμασταν |
| εσείς | αναβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάβονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανάφτηκα |
| εσύ | ανάφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάφτηκε |
| εμείς | αναφτήκαμε |
| εσείς | αναφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφτώ |
| εσύ | αναφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφτεί |
| εμείς | αναφτούμε |
| εσείς | αναφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανάβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάψου |
| εσείς | αναφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφτεί |