HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμύνομαι — definition

Conjugation of αμύνομαι

Regular CEFR B2
aˈmi.no.me

αντιμετωπίζω και προσπαθώ να αποκρούσω μια επίθεση (βίαιη, στρατιωτική ή λεκτική ή στο πλαίσιο αθλητικού αγώνα), υπερασπίζομαι τον εαυτό μου και άλλους Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμύνομαι
εσύ αμύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμύνεται
εμείς αμυνόμαστε
εσείς αμύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμύνονται
Παρατατικός
εγώ αμυνόμουν
εσύ αμυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αμυνόταν
εμείς αμυνόμασταν
εσείς αμυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αμύνονταν
Αόριστος
εγώ αμύνθηκα
εσύ αμύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμύνθηκε
εμείς αμυνθήκαμε
εσείς αμυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμύνθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμυνθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμυνθώ
εσύ αμυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό αμυνθεί
εμείς αμυνθούμε
εσείς αμυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμυνθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμύνσου
εσείς αμυνθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμυνθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary