Conjugation of αμφισβητώ
aɱ.fi.sviˈtoτο μονοτονικό αμφισβητώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982 Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμφισβητώ |
| εσύ | αμφισβητείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητεί |
| εμείς | αμφισβητούμε |
| εσείς | αμφισβητείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητούν |
Παρατατικός
| εγώ | αμφισβητούσα |
| εσύ | αμφισβητούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητούσε |
| εμείς | αμφισβητούσαμε |
| εσείς | αμφισβητούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αμφισβήτησα |
| εσύ | αμφισβήτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβήτησε |
| εμείς | αμφισβητήσαμε |
| εσείς | αμφισβητήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβήτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμφισβητήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμφισβητήσω |
| εσύ | αμφισβητήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητήσει |
| εμείς | αμφισβητήσουμε |
| εσείς | αμφισβητήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αμφισβητείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αμφισβήτησε |
| εσείς | αμφισβητήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμφισβητήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμφισβητούμαι - αμφισβητιέμαι |
| εσύ | αμφισβητείσαι - αμφισβητιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητείται - αμφισβητιέται |
| εμείς | αμφισβητούμαστε - αμφισβητιόμαστε |
| εσείς | αμφισβητείστε - αμφισβητιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητούνται - αμφισβητιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [αμφισβητούμουν] - αμφισβητιόμουν |
| εσύ | [αμφισβητούσουν] - αμφισβητιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητούνταν |
| εμείς | αμφισβητούμασταν |
| εσείς | [αμφισβητούσασταν, (‑ούσαστε)] - αμφισβητιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αμφισβητήθηκα |
| εσύ | αμφισβητήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητήθηκε |
| εμείς | αμφισβητηθήκαμε |
| εσείς | αμφισβητηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμφισβητηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμφισβητηθώ |
| εσύ | αμφισβητηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφισβητηθεί |
| εμείς | αμφισβητηθούμε |
| εσείς | αμφισβητηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφισβητηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αμφισβητείστε - αμφισβητιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αμφισβητήσου |
| εσείς | αμφισβητηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμφισβητηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.