HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμφισβητώ — definition

Conjugation of αμφισβητώ

Regular CEFR C2
aɱ.fi.sviˈto

το μονοτονικό αμφισβητώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982 Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμφισβητώ
εσύ αμφισβητείς
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητεί
εμείς αμφισβητούμε
εσείς αμφισβητείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητούν
Παρατατικός
εγώ αμφισβητούσα
εσύ αμφισβητούσες
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητούσε
εμείς αμφισβητούσαμε
εσείς αμφισβητούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητούσαν
Αόριστος
εγώ αμφισβήτησα
εσύ αμφισβήτησες
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβήτησε
εμείς αμφισβητήσαμε
εσείς αμφισβητήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβήτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμφισβητήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμφισβητήσω
εσύ αμφισβητήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητήσει
εμείς αμφισβητήσουμε
εσείς αμφισβητήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμφισβητείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμφισβήτησε
εσείς αμφισβητήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αμφισβητήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμφισβητούμαι - αμφισβητιέμαι
εσύ αμφισβητείσαι - αμφισβητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητείται - αμφισβητιέται
εμείς αμφισβητούμαστε - αμφισβητιόμαστε
εσείς αμφισβητείστε - αμφισβητιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητούνται - αμφισβητιούνται
Παρατατικός
εγώ [αμφισβητούμουν] - αμφισβητιόμουν
εσύ [αμφισβητούσουν] - αμφισβητιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητούνταν
εμείς αμφισβητούμασταν
εσείς [αμφισβητούσασταν, (‑ούσαστε)] - αμφισβητιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητούνταν
Αόριστος
εγώ αμφισβητήθηκα
εσύ αμφισβητήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητήθηκε
εμείς αμφισβητηθήκαμε
εσείς αμφισβητηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμφισβητηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμφισβητηθώ
εσύ αμφισβητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αμφισβητηθεί
εμείς αμφισβητηθούμε
εσείς αμφισβητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφισβητηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμφισβητείστε - αμφισβητιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμφισβητήσου
εσείς αμφισβητηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμφισβητηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary