HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμφιβάλλω — definition

Conjugation of αμφιβάλλω

Regular CEFR B1
aɱ.fiˈva.lo

δεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμφιβάλλω
εσύ αμφιβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό αμφιβάλλει
εμείς αμφιβάλλουμε
εσείς αμφιβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφιβάλλουν
Παρατατικός
εγώ αμφέβαλλα [rare αμφίβαλλα forms]
εσύ αμφέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό αμφέβαλλε
εμείς αμφιβάλλαμε
εσείς αμφιβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφέβαλλαν
Αόριστος
εγώ αμφέβαλα [rare αμφίβαλα forms]
εσύ αμφέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό αμφέβαλε
εμείς αμφιβάλαμε
εσείς αμφιβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμφιβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμφιβάλω
εσύ αμφιβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό αμφιβάλει
εμείς αμφιβάλουμε
εσείς αμφιβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμφιβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμφιβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αμφιβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
αμφιβάλει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary