Conjugation of αμφιβάλλω
aɱ.fiˈva.loδεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμφιβάλλω |
| εσύ | αμφιβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφιβάλλει |
| εμείς | αμφιβάλλουμε |
| εσείς | αμφιβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφιβάλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | αμφέβαλλα [rare αμφίβαλλα forms] |
| εσύ | αμφέβαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφέβαλλε |
| εμείς | αμφιβάλλαμε |
| εσείς | αμφιβάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφέβαλλαν |
Αόριστος
| εγώ | αμφέβαλα [rare αμφίβαλα forms] |
| εσύ | αμφέβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφέβαλε |
| εμείς | αμφιβάλαμε |
| εσείς | αμφιβάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφέβαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμφιβάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμφιβάλω |
| εσύ | αμφιβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμφιβάλει |
| εμείς | αμφιβάλουμε |
| εσείς | αμφιβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμφιβάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αμφιβάλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αμφιβάλετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμφιβάλει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.