Conjugation of αμπαρώνω
am.baˈɾo.noκλείνω επιμελώς ένα χώρο ώστε να μην είναι δυνατή σε ανεπιθύμητους η είσοδος σε αυτόν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμπαρώνω |
| εσύ | αμπαρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρώνει |
| εμείς | αμπαρώνουμε |
| εσείς | αμπαρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αμπάρωνα |
| εσύ | αμπάρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπάρωνε |
| εμείς | αμπαρώναμε |
| εσείς | αμπαρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπάρωναν |
Αόριστος
| εγώ | αμπάρωσα |
| εσύ | αμπάρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπάρωσε |
| εμείς | αμπαρώσαμε |
| εσείς | αμπαρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπάρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμπαρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμπαρώσω |
| εσύ | αμπαρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρώσει |
| εμείς | αμπαρώσουμε |
| εσείς | αμπαρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αμπάρωνε |
| εσείς | αμπαρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αμπάρωσε |
| εσείς | αμπαρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμπαρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμπαρώνομαι |
| εσύ | αμπαρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρώνεται |
| εμείς | αμπαρωνόμαστε |
| εσείς | αμπαρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αμπαρωνόμουν |
| εσύ | αμπαρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρωνόταν |
| εμείς | αμπαρωνόμασταν |
| εσείς | αμπαρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αμπαρώθηκα |
| εσύ | αμπαρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρώθηκε |
| εμείς | αμπαρωθήκαμε |
| εσείς | αμπαρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμπαρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμπαρωθώ |
| εσύ | αμπαρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμπαρωθεί |
| εμείς | αμπαρωθούμε |
| εσείς | αμπαρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμπαρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αμπαρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αμπαρώσου |
| εσείς | αμπαρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμπαρωθεί |