HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμπαρώνω — definition

Conjugation of αμπαρώνω

Regular CEFR B2
am.baˈɾo.no

κλείνω επιμελώς ένα χώρο ώστε να μην είναι δυνατή σε ανεπιθύμητους η είσοδος σε αυτόν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμπαρώνω
εσύ αμπαρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρώνει
εμείς αμπαρώνουμε
εσείς αμπαρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρώνουν
Παρατατικός
εγώ αμπάρωνα
εσύ αμπάρωνες
αυτός / αυτή / αυτό αμπάρωνε
εμείς αμπαρώναμε
εσείς αμπαρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπάρωναν
Αόριστος
εγώ αμπάρωσα
εσύ αμπάρωσες
αυτός / αυτή / αυτό αμπάρωσε
εμείς αμπαρώσαμε
εσείς αμπαρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπάρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμπαρώσω
εσύ αμπαρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρώσει
εμείς αμπαρώσουμε
εσείς αμπαρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αμπάρωνε
εσείς αμπαρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμπάρωσε
εσείς αμπαρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αμπαρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμπαρώνομαι
εσύ αμπαρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρώνεται
εμείς αμπαρωνόμαστε
εσείς αμπαρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρώνονται
Παρατατικός
εγώ αμπαρωνόμουν
εσύ αμπαρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρωνόταν
εμείς αμπαρωνόμασταν
εσείς αμπαρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρώνονταν
Αόριστος
εγώ αμπαρώθηκα
εσύ αμπαρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρώθηκε
εμείς αμπαρωθήκαμε
εσείς αμπαρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμπαρωθώ
εσύ αμπαρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αμπαρωθεί
εμείς αμπαρωθούμε
εσείς αμπαρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμπαρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμπαρώσου
εσείς αμπαρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμπαρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary