HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμπαλάρω — definition

Conjugation of αμπαλάρω

Regular CEFR B2
a(m).baˈla.ɾo

τοποθετώ με τάξη αντικείμενα μέσα σε κιβώτιο, κουτί, φάκελο κλπ ή τα τυλίγω με χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό και στη συνέχεια ασφαλίζω το δέμα πριν το μεταφέρω ή το στείλω ταχυδρομικώς κάπου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμπαλάρω
εσύ αμπαλάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλάρει
εμείς αμπαλάρουμε
εσείς αμπαλάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάρουν
Παρατατικός
εγώ αμπαλάριζα
εσύ αμπαλάριζες
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλάριζε
εμείς αμπαλάραμε
εσείς αμπαλάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάριζαν
Αόριστος
εγώ αμπαλάρισα
εσύ αμπαλάρισες
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλάρισε
εμείς αμπαλάραμε
εσείς αμπαλάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαλάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμπαλάρω
εσύ αμπαλάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλάρει
εμείς αμπαλάρουμε
εσείς αμπαλάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αμπαλάριζε
εσείς αμπαλάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμπαλάρισε
εσείς αμπαλάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αμπαλάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμπαλάρομαι
εσύ αμπαλάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλάρεται
εμείς αμπαλαριζόμαστε
εσείς αμπαλάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάρονται
Παρατατικός
εγώ αμπαλαριζόμουν
εσύ αμπαλαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλαριζόταν
εμείς αμπαλαριζόμασταν
εσείς αμπαλαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλάρονταν
Αόριστος
εγώ αμπαλαρίστηκα
εσύ αμπαλαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλαρίστηκε
εμείς αμπαλαριστήκαμε
εσείς αμπαλαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαλαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμπαλαριστώ
εσύ αμπαλαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό αμπαλαριστεί
εμείς αμπαλαριστούμε
εσείς αμπαλαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμπαλαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμπαλάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμπαλαρίσου
εσείς αμπαλαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμπαλαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary