HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμελώ — definition

Conjugation of αμελώ

Regular CEFR B1
a.meˈlo

αγνοώ, δείχνω αμέλεια, παραμελώ ή ξεχνώ κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμελώ
εσύ αμελείς
αυτός / αυτή / αυτό αμελεί
εμείς αμελούμε
εσείς αμελείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμελούν
Παρατατικός
εγώ αμελούσα
εσύ αμελούσες
αυτός / αυτή / αυτό αμελούσε
εμείς αμελούσαμε
εσείς αμελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμελούσαν
Αόριστος
εγώ αμέλησα
εσύ αμέλησες
αυτός / αυτή / αυτό αμέλησε
εμείς αμελήσαμε
εσείς αμελήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμέλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμελήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμελήσω
εσύ αμελήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αμελήσει
εμείς αμελήσουμε
εσείς αμελήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμελήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμελείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμέλησε
εσείς αμελήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αμελήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμελούμαι
εσύ αμελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμελείται
εμείς αμελούμαστε
εσείς αμελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμελούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αμελούνταν
εμείς αμελούμασταν
εσείς [αμελούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αμελούνταν
Αόριστος
εγώ αμελήθηκα
εσύ αμελήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμελήθηκε
εμείς αμεληθήκαμε
εσείς αμεληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμελήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμεληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμεληθώ
εσύ αμεληθείς
αυτός / αυτή / αυτό αμεληθεί
εμείς αμεληθούμε
εσείς αμεληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμεληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμελείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμελήσου
εσείς αμεληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμεληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary