Conjugation of αλυσοδένω
a.li.soˈðe.noσκλαβώνω, υποδουλώνω, στερώ την ελευθερία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αλυσοδένω |
| εσύ | αλυσοδένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδένει |
| εμείς | αλυσοδένουμε |
| εσείς | αλυσοδένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδένουν |
Παρατατικός
| εγώ | αλυσόδενα |
| εσύ | αλυσόδενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσόδενε |
| εμείς | αλυσοδέναμε |
| εσείς | αλυσοδένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσόδεναν |
Αόριστος
| εγώ | αλυσόδεσα |
| εσύ | αλυσόδεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσόδεσε |
| εμείς | αλυσοδέσαμε |
| εσείς | αλυσοδέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσόδεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αλυσοδέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αλυσοδέσω |
| εσύ | αλυσοδέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδέσει |
| εμείς | αλυσοδέσουμε |
| εσείς | αλυσοδέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αλυσόδενε |
| εσείς | αλυσοδένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αλυσόδεσε |
| εσείς | αλυσοδέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αλυσοδέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αλυσοδένομαι |
| εσύ | αλυσοδένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδένεται |
| εμείς | αλυσοδενόμαστε |
| εσείς | αλυσοδένεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδένονται |
Παρατατικός
| εγώ | αλυσοδενόμουν |
| εσύ | αλυσοδενόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδενόταν |
| εμείς | αλυσοδενόμασταν |
| εσείς | αλυσοδενόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδένονταν |
Αόριστος
| εγώ | αλυσοδέθηκα |
| εσύ | αλυσοδέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδέθηκε |
| εμείς | αλυσοδεθήκαμε |
| εσείς | αλυσοδεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αλυσοδεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αλυσοδεθώ |
| εσύ | αλυσοδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλυσοδεθεί |
| εμείς | αλυσοδεθούμε |
| εσείς | αλυσοδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλυσοδεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αλυσοδένεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αλυσοδέσου |
| εσείς | αλυσοδεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αλυσοδεθεί |