HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλυσοδένω — definition

Conjugation of αλυσοδένω

Regular CEFR B2
a.li.soˈðe.no

σκλαβώνω, υποδουλώνω, στερώ την ελευθερία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλυσοδένω
εσύ αλυσοδένεις
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδένει
εμείς αλυσοδένουμε
εσείς αλυσοδένετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδένουν
Παρατατικός
εγώ αλυσόδενα
εσύ αλυσόδενες
αυτός / αυτή / αυτό αλυσόδενε
εμείς αλυσοδέναμε
εσείς αλυσοδένατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσόδεναν
Αόριστος
εγώ αλυσόδεσα
εσύ αλυσόδεσες
αυτός / αυτή / αυτό αλυσόδεσε
εμείς αλυσοδέσαμε
εσείς αλυσοδέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσόδεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλυσοδέσω
εσύ αλυσοδέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδέσει
εμείς αλυσοδέσουμε
εσείς αλυσοδέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλυσόδενε
εσείς αλυσοδένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλυσόδεσε
εσείς αλυσοδέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αλυσοδέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλυσοδένομαι
εσύ αλυσοδένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδένεται
εμείς αλυσοδενόμαστε
εσείς αλυσοδένεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδένονται
Παρατατικός
εγώ αλυσοδενόμουν
εσύ αλυσοδενόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδενόταν
εμείς αλυσοδενόμασταν
εσείς αλυσοδενόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδένονταν
Αόριστος
εγώ αλυσοδέθηκα
εσύ αλυσοδέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδέθηκε
εμείς αλυσοδεθήκαμε
εσείς αλυσοδεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλυσοδεθώ
εσύ αλυσοδεθείς
αυτός / αυτή / αυτό αλυσοδεθεί
εμείς αλυσοδεθούμε
εσείς αλυσοδεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλυσοδεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλυσοδένεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλυσοδέσου
εσείς αλυσοδεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλυσοδεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary