HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλλάζω — definition

Conjugation of αλλάζω

Regular CEFR C1
aˈla.zo

προκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλλάζω
εσύ αλλάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αλλάζει
εμείς αλλάζουμε
εσείς αλλάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλλάζουν
Παρατατικός
εγώ άλλαζα
εσύ άλλαζες
αυτός / αυτή / αυτό άλλαζε
εμείς αλλάζαμε
εσείς αλλάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλλαζαν
Αόριστος
εγώ άλλαξα
εσύ άλλαξες
αυτός / αυτή / αυτό άλλαξε
εμείς αλλάξαμε
εσείς αλλάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλλαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλλάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλλάξω
εσύ αλλάξεις
αυτός / αυτή / αυτό αλλάξει
εμείς αλλάξουμε
εσείς αλλάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλλάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άλλαζε
εσείς αλλάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άλλαξε
εσείς αλλάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλλάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλλάζομαι
εσύ αλλάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλλάζεται
εμείς αλλαζόμαστε
εσείς αλλάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλλάζονται
Παρατατικός
εγώ αλλαζόμουν
εσύ αλλαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλλαζόταν
εμείς αλλαζόμασταν
εσείς αλλαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλλάζονταν
Αόριστος
εγώ αλλάχτηκα
εσύ αλλάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλλάχτηκε
εμείς αλλαχτήκαμε
εσείς αλλαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλλάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλλαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλλαχτώ
εσύ αλλαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό αλλαχτεί
εμείς αλλαχτούμε
εσείς αλλαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλλαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλλάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλλάξου
εσείς αλλαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλλαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary