HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλιεύω — definition

Conjugation of αλιεύω

Regular CEFR B1
a.liˈe.vo

ψαρεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλιεύω
εσύ αλιεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αλιεύει
εμείς αλιεύουμε
εσείς αλιεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλιεύουν
Παρατατικός
εγώ αλίευα
εσύ αλίευες
αυτός / αυτή / αυτό αλίευε
εμείς αλιεύαμε
εσείς αλιεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλίευαν
Αόριστος
εγώ αλίευσα
εσύ αλίευσες
αυτός / αυτή / αυτό αλίευσε
εμείς αλιεύσαμε
εσείς αλιεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλίευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλιεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλιεύσω
εσύ αλιεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αλιεύσει
εμείς αλιεύσουμε
εσείς αλιεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλιεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλίευε
εσείς αλιεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλίευσε
εσείς αλιεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αλιεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλιεύομαι
εσύ αλιεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλιεύεται
εμείς αλιευόμαστε
εσείς αλιεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλιεύονται
Παρατατικός
εγώ αλιευόμουν
εσύ αλιευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλιευόταν
εμείς αλιευόμασταν
εσείς αλιευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλιεύονταν
Αόριστος
εγώ αλιεύτηκα
εσύ αλιεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλιεύτηκε
εμείς αλιευτήκαμε
εσείς αλιευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλιεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλιευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλιευτώ
εσύ αλιευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αλιευτεί
εμείς αλιευτούμε
εσείς αλιευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλιευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλιεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλιεύσου
εσείς αλιευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλιευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary