HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αληθεύω — definition

Conjugation of αληθεύω

Regular CEFR B1
a.liˈθe.vo

ισχύω, συμπίπτω με την αλήθεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αληθεύω
εσύ αληθεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αληθεύει
εμείς αληθεύουμε
εσείς αληθεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αληθεύουν
Παρατατικός
εγώ αλήθευα
εσύ αλήθευες
αυτός / αυτή / αυτό αλήθευε
εμείς αληθεύαμε
εσείς αληθεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλήθευαν
Αόριστος
εγώ αλήθεψα
εσύ αλήθεψες
αυτός / αυτή / αυτό αλήθεψε
εμείς αληθέψαμε
εσείς αληθέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλήθεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αληθέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αληθέψω
εσύ αληθέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αληθέψει
εμείς αληθέψουμε
εσείς αληθέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αληθέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλήθευε
εσείς αληθεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλήθεψε
εσείς αληθέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αληθέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αληθεύομαι
εσύ αληθεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αληθεύεται
εμείς αληθευόμαστε
εσείς αληθεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αληθεύονται
Παρατατικός
εγώ αληθευόμουν
εσύ αληθευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αληθευόταν
εμείς αληθευόμασταν
εσείς αληθευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αληθεύονταν
Αόριστος
εγώ αληθεύτηκα
εσύ αληθεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αληθεύτηκε
εμείς αληθευτήκαμε
εσείς αληθευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αληθεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αληθευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αληθευτώ
εσύ αληθευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αληθευτεί
εμείς αληθευτούμε
εσείς αληθευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αληθευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αληθεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αληθέψου
εσείς αληθευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αληθευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary