HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλείφω — definition

Conjugation of αλείφω

Regular CEFR B1
aˈli.fo

επιχρίω με υγρή ή λιπαρή ουσία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλείφω (αλείβω →)
εσύ αλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό αλείφει
εμείς αλείφουμε
εσείς αλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλείφουν
Παρατατικός
εγώ άλειφα
εσύ άλειφες
αυτός / αυτή / αυτό άλειφε
εμείς αλείφαμε
εσείς αλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλειφαν
Αόριστος
εγώ άλειψα
εσύ άλειψες
αυτός / αυτή / αυτό άλειψε
εμείς αλείψαμε
εσείς αλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλείψω
εσύ αλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό αλείψει
εμείς αλείψουμε
εσείς αλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άλειφε
εσείς αλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άλειψε
εσείς αλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλείφομαι
εσύ αλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλείφεται
εμείς αλειφόμαστε
εσείς αλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλείφονται
Παρατατικός
εγώ αλειφόμουν
εσύ αλειφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλειφόταν
εμείς αλειφόμασταν
εσείς αλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλείφονταν
Αόριστος
εγώ αλείφτηκα
εσύ αλείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλείφτηκε
εμείς αλειφτήκαμε
εσείς αλειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλείφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλειφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλειφτώ
εσύ αλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό αλειφτεί
εμείς αλειφτούμε
εσείς αλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλειφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλείψου
εσείς αλειφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλειφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary