HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλαλιάζω — definition

Conjugation of αλαλιάζω

Regular CEFR B2
a.laˈʎa.zo

χάνω τα λογικά μου και την ψυχραιμία μου από μια συμφορά ή μια αναποδιά που εγώ θεωρώ πολύ σημαντική, τα χάνω, φέρομαι σαν παράφρων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλαλιάζω
εσύ αλαλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αλαλιάζει
εμείς αλαλιάζουμε
εσείς αλαλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλαλιάζουν
Παρατατικός
εγώ αλάλιαζα
εσύ αλάλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό αλάλιαζε
εμείς αλαλιάζαμε
εσείς αλαλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλάλιαζαν
Αόριστος
εγώ αλάλιασα
εσύ αλάλιασες
αυτός / αυτή / αυτό αλάλιασε
εμείς αλαλιάσαμε
εσείς αλαλιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλάλιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλαλιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλαλιάσω
εσύ αλαλιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αλαλιάσει
εμείς αλαλιάσουμε
εσείς αλαλιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλαλιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλάλιαζε
εσείς αλαλιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλάλιασε
εσείς αλαλιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αλαλιάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary