HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλαλάζω — definition

Conjugation of αλαλάζω

Regular CEFR B1
a.laˈla.zo

φωνάζω δυνατά βγάζοντας άγριες κραυγές από πολεμική ορμή ή ενθουσιασμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλαλάζω
εσύ αλαλάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αλαλάζει
εμείς αλαλάζουμε
εσείς αλαλάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλαλάζουν
Παρατατικός
εγώ αλάλαζα
εσύ αλάλαζες
αυτός / αυτή / αυτό αλάλαζε
εμείς αλαλάζαμε
εσείς αλαλάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλάλαζαν
Αόριστος
εγώ αλάλαξα
εσύ αλάλαξες
αυτός / αυτή / αυτό αλάλαξε
εμείς αλαλάξαμε
εσείς αλαλάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλάλαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλαλάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλαλάξω
εσύ αλαλάξεις
αυτός / αυτή / αυτό αλαλάξει
εμείς αλαλάξουμε
εσείς αλαλάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλαλάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλάλαζε
εσείς αλαλάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλάλαξε
εσείς αλαλάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλαλάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary