HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλέθω — definition

Conjugation of αλέθω

Regular CEFR B1

συνθλίβω και τρίβω δημητριακούς καρπούς ώστε να γίνουν αλεύρι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλέθω
εσύ αλέθεις
αυτός / αυτή / αυτό αλέθει
εμείς αλέθουμε
εσείς αλέθετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλέθουν
Παρατατικός
εγώ άλεθα
εσύ άλεθες
αυτός / αυτή / αυτό άλεθε
εμείς αλέθαμε
εσείς αλέθατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλεθαν
Αόριστος
εγώ άλεσα
εσύ άλεσες
αυτός / αυτή / αυτό άλεσε
εμείς αλέσαμε
εσείς αλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλέσω
εσύ αλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αλέσει
εμείς αλέσουμε
εσείς αλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άλεθε
εσείς αλέθετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άλεσε
εσείς αλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλέθομαι
εσύ αλέθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλέθεται
εμείς αλεθόμαστε
εσείς αλέθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλέθονται
Παρατατικός
εγώ αλεθόμουν
εσύ αλεθόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλεθόταν
εμείς αλεθόμασταν
εσείς αλεθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλέθονταν
Αόριστος
εγώ αλέστηκα
εσύ αλέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλέστηκε
εμείς αλεστήκαμε
εσείς αλεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλεστώ
εσύ αλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό αλεστεί
εμείς αλεστούμε
εσείς αλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλέθεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλέσου
εσείς αλεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary