HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ακροβατώ — definition

Conjugation of ακροβατώ

Regular CEFR B2
a.kɾo.vaˈto

βαδίζω πάνω σε τεντωμένο σχοινί ή κάνω παρόμοιες ασκήσεις ισορροπίας, πράττω ακροβασίες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακροβατώ
εσύ ακροβατείς
αυτός / αυτή / αυτό ακροβατεί
εμείς ακροβατούμε
εσείς ακροβατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακροβατούν
Παρατατικός
εγώ ακροβατούσα
εσύ ακροβατούσες
αυτός / αυτή / αυτό ακροβατούσε
εμείς ακροβατούσαμε
εσείς ακροβατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακροβατούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακροβατώ
εσύ θα ακροβατείς
αυτός / αυτή / αυτό θα ακροβατεί
εμείς θα ακροβατούμε
εσείς θα ακροβατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα ακροβατούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ακροβατείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary