HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ακουμπάω — definition

Conjugation of ακουμπάω

Regular CEFR C2
a.kumˈba.o

στηρίζομαι σε μια σταθερή επιφάνεια, γέρνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακουμπάω
εσύ ακουμπάς
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπάει
εμείς ακουμπάμε
εσείς ακουμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπάνε
Παρατατικός
εγώ ακουμπούσα
εσύ ακουμπούσες
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπούσε
εμείς ακουμπούσαμε
εσείς ακουμπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπούσαν
Αόριστος
εγώ ακούμπησα
εσύ ακούμπησες
αυτός / αυτή / αυτό ακούμπησε
εμείς ακουμπήσαμε
εσείς ακουμπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακούμπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακουμπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακουμπήσω
εσύ ακουμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπήσει
εμείς ακουμπήσουμε
εσείς ακουμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ακούμπα
εσείς ακουμπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακούμπησε
εσείς ακουμπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ακουμπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακουμπιέμαι
εσύ ακουμπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπιέται
εμείς ακουμπιόμαστε
εσείς ακουμπιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπιούνται
Παρατατικός
εγώ ακουμπιόμουν
εσύ ακουμπιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπιόταν
εμείς ακουμπιόμασταν
εσείς ακουμπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπιόνταν
Αόριστος
εγώ ακουμπήθηκα
εσύ ακουμπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπήθηκε
εμείς ακουμπηθήκαμε
εσείς ακουμπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακουμπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακουμπηθώ
εσύ ακουμπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ακουμπηθεί
εμείς ακουμπηθούμε
εσείς ακουμπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουμπηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ακουμπιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακουμπήσου
εσείς ακουμπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ακουμπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary