Conjugation of ακουμπάω
a.kumˈba.oστηρίζομαι σε μια σταθερή επιφάνεια, γέρνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακουμπάω |
| εσύ | ακουμπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπάει |
| εμείς | ακουμπάμε |
| εσείς | ακουμπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπάνε |
Παρατατικός
| εγώ | ακουμπούσα |
| εσύ | ακουμπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπούσε |
| εμείς | ακουμπούσαμε |
| εσείς | ακουμπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ακούμπησα |
| εσύ | ακούμπησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακούμπησε |
| εμείς | ακουμπήσαμε |
| εσείς | ακουμπήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακούμπησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακουμπήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακουμπήσω |
| εσύ | ακουμπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπήσει |
| εμείς | ακουμπήσουμε |
| εσείς | ακουμπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ακούμπα |
| εσείς | ακουμπάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακούμπησε |
| εσείς | ακουμπήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακουμπήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακουμπιέμαι |
| εσύ | ακουμπιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπιέται |
| εμείς | ακουμπιόμαστε |
| εσείς | ακουμπιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ακουμπιόμουν |
| εσύ | ακουμπιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπιόταν |
| εμείς | ακουμπιόμασταν |
| εσείς | ακουμπιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | ακουμπήθηκα |
| εσύ | ακουμπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπήθηκε |
| εμείς | ακουμπηθήκαμε |
| εσείς | ακουμπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακουμπηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακουμπηθώ |
| εσύ | ακουμπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακουμπηθεί |
| εμείς | ακουμπηθούμε |
| εσείς | ακουμπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακουμπηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ακουμπιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακουμπήσου |
| εσείς | ακουμπηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακουμπηθεί |