HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ακοντίζω — definition

Conjugation of ακοντίζω

Regular CEFR B2
a.konˈdi.zo

τραυματίζω κάποιον με ακόντιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακοντίζω
εσύ ακοντίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ακοντίζει
εμείς ακοντίζουμε
εσείς ακοντίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντίζουν
Παρατατικός
εγώ ακόντιζα
εσύ ακόντιζες
αυτός / αυτή / αυτό ακόντιζε
εμείς ακοντίζαμε
εσείς ακοντίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακόντιζαν
Αόριστος
εγώ ακόντισα
εσύ ακόντισες
αυτός / αυτή / αυτό ακόντισε
εμείς ακοντίσαμε
εσείς ακοντίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακόντισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακοντίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακοντίσω
εσύ ακοντίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ακοντίσει
εμείς ακοντίσουμε
εσείς ακοντίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ακόντιζε
εσείς ακοντίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακόντισε
εσείς ακοντίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ακοντίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακοντίζομαι
εσύ ακοντίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ακοντίζεται
εμείς ακοντιζόμαστε
εσείς ακοντίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντίζονται
Παρατατικός
εγώ ακοντιζόμουν
εσύ ακοντιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ακοντιζόταν
εμείς ακοντιζόμασταν
εσείς ακοντιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντίζονταν
Αόριστος
εγώ ακοντίστηκα
εσύ ακοντίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ακοντίστηκε
εμείς ακοντιστήκαμε
εσείς ακοντιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακοντιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακοντιστώ
εσύ ακοντιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ακοντιστεί
εμείς ακοντιστούμε
εσείς ακοντιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακοντιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ακοντίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακοντίσου
εσείς ακοντιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ακοντιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary