Conjugation of ακονίζω
a.koˈni.zoοξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακονίζω |
| εσύ | ακονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονίζει |
| εμείς | ακονίζουμε |
| εσείς | ακονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ακόνιζα |
| εσύ | ακόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακόνιζε |
| εμείς | ακονίζαμε |
| εσείς | ακονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ακόνισα |
| εσύ | ακόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακόνισε |
| εμείς | ακονίσαμε |
| εσείς | ακονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακονίσω |
| εσύ | ακονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονίσει |
| εμείς | ακονίσουμε |
| εσείς | ακονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ακόνιζε |
| εσείς | ακονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακόνισε |
| εσείς | ακονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακονίζομαι |
| εσύ | ακονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονίζεται |
| εμείς | ακονιζόμαστε |
| εσείς | ακονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ακονιζόμουν |
| εσύ | ακονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονιζόταν |
| εμείς | ακονιζόμασταν |
| εσείς | ακονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ακονίστηκα |
| εσύ | ακονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονίστηκε |
| εμείς | ακονιστήκαμε |
| εσείς | ακονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακονιστώ |
| εσύ | ακονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακονιστεί |
| εμείς | ακονιστούμε |
| εσείς | ακονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ακονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακονίσου |
| εσείς | ακονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακονιστεί |