HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ακονίζω — definition

Conjugation of ακονίζω

Regular CEFR B1
a.koˈni.zo

οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακονίζω
εσύ ακονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ακονίζει
εμείς ακονίζουμε
εσείς ακονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακονίζουν
Παρατατικός
εγώ ακόνιζα
εσύ ακόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό ακόνιζε
εμείς ακονίζαμε
εσείς ακονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακόνιζαν
Αόριστος
εγώ ακόνισα
εσύ ακόνισες
αυτός / αυτή / αυτό ακόνισε
εμείς ακονίσαμε
εσείς ακονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακονίσω
εσύ ακονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ακονίσει
εμείς ακονίσουμε
εσείς ακονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ακόνιζε
εσείς ακονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακόνισε
εσείς ακονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ακονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακονίζομαι
εσύ ακονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ακονίζεται
εμείς ακονιζόμαστε
εσείς ακονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ακονίζονται
Παρατατικός
εγώ ακονιζόμουν
εσύ ακονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ακονιζόταν
εμείς ακονιζόμασταν
εσείς ακονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ακονίζονταν
Αόριστος
εγώ ακονίστηκα
εσύ ακονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ακονίστηκε
εμείς ακονιστήκαμε
εσείς ακονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακονιστώ
εσύ ακονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ακονιστεί
εμείς ακονιστούμε
εσείς ακονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ακονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ακονίσου
εσείς ακονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ακονιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary