HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αιματώνω — definition

Conjugation of αιματώνω

Regular CEFR B2
e.maˈto.no

προκαλώ αιμάτωση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αιματώνω
εσύ αιματώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αιματώνει
εμείς αιματώνουμε
εσείς αιματώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αιματώνουν
Παρατατικός
εγώ αιμάτωνα
εσύ αιμάτωνες
αυτός / αυτή / αυτό αιμάτωνε
εμείς αιματώναμε
εσείς αιματώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αιμάτωναν
Αόριστος
εγώ αιμάτωσα
εσύ αιμάτωσες
αυτός / αυτή / αυτό αιμάτωσε
εμείς αιματώσαμε
εσείς αιματώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αιμάτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αιματώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αιματώσω
εσύ αιματώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αιματώσει
εμείς αιματώσουμε
εσείς αιματώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αιματώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αιμάτωνε
εσείς αιματώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αιμάτωσε
εσείς αιματώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αιματώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αιματώνομαι
εσύ αιματώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αιματώνεται
εμείς αιματωνόμαστε
εσείς αιματώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αιματώνονται
Παρατατικός
εγώ αιματωνόμουν
εσύ αιματωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αιματωνόταν
εμείς αιματωνόμασταν
εσείς αιματωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αιματώνονταν
Αόριστος
εγώ αιματώθηκα
εσύ αιματώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αιματώθηκε
εμείς αιματωθήκαμε
εσείς αιματωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αιματώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αιματωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αιματωθώ
εσύ αιματωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αιματωθεί
εμείς αιματωθούμε
εσείς αιματωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αιματωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αιματώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αιματώσου
εσείς αιματωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αιματωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary