Conjugation of αθωώνω
a.θoˈo.noκρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθωώνω |
| εσύ | αθωώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωώνει |
| εμείς | αθωώνουμε |
| εσείς | αθωώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αθώωνα |
| εσύ | αθώωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθώωνε |
| εμείς | αθωώναμε |
| εσείς | αθωώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθώωναν |
Αόριστος
| εγώ | αθώωσα |
| εσύ | αθώωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθώωσε |
| εμείς | αθωώσαμε |
| εσείς | αθωώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθώωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθωώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθωώσω |
| εσύ | αθωώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωώσει |
| εμείς | αθωώσουμε |
| εσείς | αθωώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αθώωνε |
| εσείς | αθωώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αθώωσε |
| εσείς | αθωώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθωώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθωώνομαι |
| εσύ | αθωώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωώνεται |
| εμείς | αθωωνόμαστε |
| εσείς | αθωώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αθωωνόμουν |
| εσύ | αθωωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωωνόταν |
| εμείς | αθωωνόμασταν |
| εσείς | αθωωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αθωώθηκα |
| εσύ | αθωώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωώθηκε |
| εμείς | αθωωθήκαμε |
| εσείς | αθωωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθωωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθωωθώ |
| εσύ | αθωωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθωωθεί |
| εμείς | αθωωθούμε |
| εσείς | αθωωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθωωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αθωώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αθωώσου |
| εσείς | αθωωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθωωθεί |