HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αθωώνω — definition

Conjugation of αθωώνω

Regular CEFR B1
a.θoˈo.no

κρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθωώνω
εσύ αθωώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αθωώνει
εμείς αθωώνουμε
εσείς αθωώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αθωώνουν
Παρατατικός
εγώ αθώωνα
εσύ αθώωνες
αυτός / αυτή / αυτό αθώωνε
εμείς αθωώναμε
εσείς αθωώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθώωναν
Αόριστος
εγώ αθώωσα
εσύ αθώωσες
αυτός / αυτή / αυτό αθώωσε
εμείς αθωώσαμε
εσείς αθωώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθώωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθωώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθωώσω
εσύ αθωώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αθωώσει
εμείς αθωώσουμε
εσείς αθωώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αθωώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αθώωνε
εσείς αθωώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αθώωσε
εσείς αθωώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αθωώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθωώνομαι
εσύ αθωώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αθωώνεται
εμείς αθωωνόμαστε
εσείς αθωώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αθωώνονται
Παρατατικός
εγώ αθωωνόμουν
εσύ αθωωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αθωωνόταν
εμείς αθωωνόμασταν
εσείς αθωωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αθωώνονταν
Αόριστος
εγώ αθωώθηκα
εσύ αθωώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αθωώθηκε
εμείς αθωωθήκαμε
εσείς αθωωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθωώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθωωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθωωθώ
εσύ αθωωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αθωωθεί
εμείς αθωωθούμε
εσείς αθωωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αθωωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αθωώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αθωώσου
εσείς αθωωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αθωωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary