Conjugation of αθροίζω
aˈθɾi.zoεκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθροίζω |
| εσύ | αθροίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροίζει |
| εμείς | αθροίζουμε |
| εσείς | αθροίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | άθροιζα |
| εσύ | άθροιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άθροιζε |
| εμείς | αθροίζαμε |
| εσείς | αθροίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άθροιζαν |
Αόριστος
| εγώ | άθροισα |
| εσύ | άθροισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άθροισε |
| εμείς | αθροίσαμε |
| εσείς | αθροίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άθροισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθροίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθροίσω |
| εσύ | αθροίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροίσει |
| εμείς | αθροίσουμε |
| εσείς | αθροίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άθροιζε |
| εσείς | αθροίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άθροισε |
| εσείς | αθροίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθροίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθροίζομαι |
| εσύ | αθροίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροίζεται |
| εμείς | αθροιζόμαστε |
| εσείς | αθροίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αθροιζόμουν |
| εσύ | αθροιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροιζόταν |
| εμείς | αθροιζόμασταν |
| εσείς | αθροιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αθροίστηκα |
| εσύ | αθροίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροίστηκε |
| εμείς | αθροιστήκαμε |
| εσείς | αθροιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθροιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθροιστώ |
| εσύ | αθροιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθροιστεί |
| εμείς | αθροιστούμε |
| εσείς | αθροιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθροιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αθροίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αθροίσου |
| εσείς | αθροιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθροιστεί |