HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αθροίζω — definition

Conjugation of αθροίζω

Regular CEFR B1
aˈθɾi.zo

εκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθροίζω
εσύ αθροίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αθροίζει
εμείς αθροίζουμε
εσείς αθροίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αθροίζουν
Παρατατικός
εγώ άθροιζα
εσύ άθροιζες
αυτός / αυτή / αυτό άθροιζε
εμείς αθροίζαμε
εσείς αθροίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άθροιζαν
Αόριστος
εγώ άθροισα
εσύ άθροισες
αυτός / αυτή / αυτό άθροισε
εμείς αθροίσαμε
εσείς αθροίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άθροισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθροίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθροίσω
εσύ αθροίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αθροίσει
εμείς αθροίσουμε
εσείς αθροίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αθροίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άθροιζε
εσείς αθροίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άθροισε
εσείς αθροίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αθροίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθροίζομαι
εσύ αθροίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αθροίζεται
εμείς αθροιζόμαστε
εσείς αθροίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αθροίζονται
Παρατατικός
εγώ αθροιζόμουν
εσύ αθροιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αθροιζόταν
εμείς αθροιζόμασταν
εσείς αθροιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αθροίζονταν
Αόριστος
εγώ αθροίστηκα
εσύ αθροίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αθροίστηκε
εμείς αθροιστήκαμε
εσείς αθροιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθροίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθροιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθροιστώ
εσύ αθροιστείς
αυτός / αυτή / αυτό αθροιστεί
εμείς αθροιστούμε
εσείς αθροιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αθροιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αθροίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αθροίσου
εσείς αθροιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αθροιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary