Conjugation of αθετώ
a.θeˈtoθεωρώ νόθο ένα τμήμα αρχαίου χειρόγραφου κειμένου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθετώ |
| εσύ | αθετείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετεί |
| εμείς | αθετούμε |
| εσείς | αθετείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετούν |
Παρατατικός
| εγώ | αθετούσα |
| εσύ | αθετούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετούσε |
| εμείς | αθετούσαμε |
| εσείς | αθετούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αθέτησα |
| εσύ | αθέτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθέτησε |
| εμείς | αθετήσαμε |
| εσείς | αθετήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθέτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθετήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθετήσω |
| εσύ | αθετήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετήσει |
| εμείς | αθετήσουμε |
| εσείς | αθετήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αθετείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αθέτησε |
| εσείς | αθετήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθετήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αθετούμαι |
| εσύ | αθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετείται |
| εμείς | αθετούμαστε |
| εσείς | αθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετούνταν |
| εμείς | αθετούμασταν |
| εσείς | [αθετούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αθετήθηκα |
| εσύ | αθετήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετήθηκε |
| εμείς | αθετηθήκαμε |
| εσείς | αθετηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αθετηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αθετηθώ |
| εσύ | αθετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αθετηθεί |
| εμείς | αθετηθούμε |
| εσείς | αθετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθετηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αθετείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αθετήσου |
| εσείς | αθετηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αθετηθεί |