HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αθετώ — definition

Conjugation of αθετώ

Regular CEFR B1
a.θeˈto

θεωρώ νόθο ένα τμήμα αρχαίου χειρόγραφου κειμένου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθετώ
εσύ αθετείς
αυτός / αυτή / αυτό αθετεί
εμείς αθετούμε
εσείς αθετείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετούν
Παρατατικός
εγώ αθετούσα
εσύ αθετούσες
αυτός / αυτή / αυτό αθετούσε
εμείς αθετούσαμε
εσείς αθετούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετούσαν
Αόριστος
εγώ αθέτησα
εσύ αθέτησες
αυτός / αυτή / αυτό αθέτησε
εμείς αθετήσαμε
εσείς αθετήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθέτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθετήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθετήσω
εσύ αθετήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αθετήσει
εμείς αθετήσουμε
εσείς αθετήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αθετείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αθέτησε
εσείς αθετήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αθετήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αθετούμαι
εσύ αθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αθετείται
εμείς αθετούμαστε
εσείς αθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αθετούνταν
εμείς αθετούμασταν
εσείς [αθετούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αθετούνταν
Αόριστος
εγώ αθετήθηκα
εσύ αθετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αθετήθηκε
εμείς αθετηθήκαμε
εσείς αθετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθετηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αθετηθώ
εσύ αθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αθετηθεί
εμείς αθετηθούμε
εσείς αθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αθετηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αθετείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αθετήσου
εσείς αθετηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αθετηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary