Conjugation of αδικώ
a.ðiˈkoπαρουσιάζω, θεωρώ ή κρίνω ως υποδεέστερο, χειρότερο ή λιγότερο άξιο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, διατυπώνοντας λανθασμένα αρνητική κρίση ή υποτιμώντας την πραγματική του αξία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδικώ |
| εσύ | αδικείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικεί |
| εμείς | αδικούμε |
| εσείς | αδικείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικούν |
Παρατατικός
| εγώ | αδικούσα |
| εσύ | αδικούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικούσε |
| εμείς | αδικούσαμε |
| εσείς | αδικούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αδίκησα |
| εσύ | αδίκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδίκησε |
| εμείς | αδικήσαμε |
| εσείς | αδικήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδίκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδικήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδικήσω |
| εσύ | αδικήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικήσει |
| εμείς | αδικήσουμε |
| εσείς | αδικήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αδικείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδίκησε |
| εσείς | αδικήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδικήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδικούμαι - αδικιέμαι |
| εσύ | αδικείσαι - αδικιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικείται - αδικιέται |
| εμείς | αδικούμαστε - αδικιόμαστε |
| εσείς | αδικείστε - αδικιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικούνται - αδικιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [αδικούμουν] - αδικιόμουν |
| εσύ | [αδικούσουν] - αδικιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικούνταν |
| εμείς | αδικούμασταν |
| εσείς | [αδικούσασταν, (‑ούσαστε)] - αδικιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αδικήθηκα |
| εσύ | αδικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικήθηκε |
| εμείς | αδικηθήκαμε |
| εσείς | αδικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδικηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδικηθώ |
| εσύ | αδικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδικηθεί |
| εμείς | αδικηθούμε |
| εσείς | αδικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδικηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αδικείστε - αδικιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδικήσου |
| εσείς | αδικηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδικηθεί |