HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αδικώ — definition

Conjugation of αδικώ

Regular CEFR C2
a.ðiˈko

παρουσιάζω, θεωρώ ή κρίνω ως υποδεέστερο, χειρότερο ή λιγότερο άξιο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, διατυπώνοντας λανθασμένα αρνητική κρίση ή υποτιμώντας την πραγματική του αξία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδικώ
εσύ αδικείς
αυτός / αυτή / αυτό αδικεί
εμείς αδικούμε
εσείς αδικείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικούν
Παρατατικός
εγώ αδικούσα
εσύ αδικούσες
αυτός / αυτή / αυτό αδικούσε
εμείς αδικούσαμε
εσείς αδικούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικούσαν
Αόριστος
εγώ αδίκησα
εσύ αδίκησες
αυτός / αυτή / αυτό αδίκησε
εμείς αδικήσαμε
εσείς αδικήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδίκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδικήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδικήσω
εσύ αδικήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αδικήσει
εμείς αδικήσουμε
εσείς αδικήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδικείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αδίκησε
εσείς αδικήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αδικήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδικούμαι - αδικιέμαι
εσύ αδικείσαι - αδικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό αδικείται - αδικιέται
εμείς αδικούμαστε - αδικιόμαστε
εσείς αδικείστε - αδικιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικούνται - αδικιούνται
Παρατατικός
εγώ [αδικούμουν] - αδικιόμουν
εσύ [αδικούσουν] - αδικιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αδικούνταν
εμείς αδικούμασταν
εσείς [αδικούσασταν, (‑ούσαστε)] - αδικιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αδικούνταν
Αόριστος
εγώ αδικήθηκα
εσύ αδικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αδικήθηκε
εμείς αδικηθήκαμε
εσείς αδικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδικηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδικηθώ
εσύ αδικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αδικηθεί
εμείς αδικηθούμε
εσείς αδικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδικηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδικείστε - αδικιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αδικήσου
εσείς αδικηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αδικηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary