Conjugation of αδιαφορώ
a.ði̯a.foˈɾoδεν ενδιαφέρομαι για κάτι, δεν με νοιάζει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδιαφορώ |
| εσύ | αδιαφορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδιαφορεί |
| εμείς | αδιαφορούμε |
| εσείς | αδιαφορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδιαφορούν |
Παρατατικός
| εγώ | αδιαφορούσα |
| εσύ | αδιαφορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδιαφορούσε |
| εμείς | αδιαφορούσαμε |
| εσείς | αδιαφορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδιαφορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αδιαφόρησα |
| εσύ | αδιαφόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδιαφόρησε |
| εμείς | αδιαφορήσαμε |
| εσείς | αδιαφορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδιαφόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδιαφορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδιαφορήσω |
| εσύ | αδιαφορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδιαφορήσει |
| εμείς | αδιαφορήσουμε |
| εσείς | αδιαφορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδιαφορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αδιαφορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδιαφόρησε |
| εσείς | αδιαφορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδιαφορήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.