HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγχώνω — definition

Conjugation of αγχώνω

Regular CEFR B1
aŋˈxono

προξενώ σε κάποιον άγχος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγχώνω
εσύ αγχώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αγχώνει
εμείς αγχώνουμε
εσείς αγχώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγχώνουν
Παρατατικός
εγώ άγχωνα
εσύ άγχωνες
αυτός / αυτή / αυτό άγχωνε
εμείς αγχώναμε
εσείς αγχώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άγχωναν
Αόριστος
εγώ άγχωσα
εσύ άγχωσες
αυτός / αυτή / αυτό άγχωσε
εμείς αγχώσαμε
εσείς αγχώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άγχωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγχώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγχώσω
εσύ αγχώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγχώσει
εμείς αγχώσουμε
εσείς αγχώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγχώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άγχωνε
εσείς αγχώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άγχωσε
εσείς αγχώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγχώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγχώνομαι
εσύ αγχώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγχώνεται
εμείς αγχωνόμαστε
εσείς αγχώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγχώνονται
Παρατατικός
εγώ αγχωνόμουν
εσύ αγχωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγχωνόταν
εμείς αγχωνόμασταν
εσείς αγχωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγχώνονταν
Αόριστος
εγώ αγχώθηκα
εσύ αγχώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγχώθηκε
εμείς αγχωθήκαμε
εσείς αγχωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγχώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγχωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγχωθώ
εσύ αγχωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγχωθεί
εμείς αγχωθούμε
εσείς αγχωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγχωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγχώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγχώσου
εσείς αγχωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγχωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary