Conjugation of αγριεύω
a.ɣɾiˈe.voθυμώνω, δείχνω θυμό, οργή, αγανάκτηση με λόγια ή με το βλέμμα μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγριεύω |
| εσύ | αγριεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριεύει |
| εμείς | αγριεύουμε |
| εσείς | αγριεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | αγρίευα |
| εσύ | αγρίευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγρίευε |
| εμείς | αγριεύαμε |
| εσείς | αγριεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγρίευαν |
Αόριστος
| εγώ | αγρίεψα |
| εσύ | αγρίεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγρίεψε |
| εμείς | αγριέψαμε |
| εσείς | αγριέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγρίεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγριέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγριέψω |
| εσύ | αγριέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριέψει |
| εμείς | αγριέψουμε |
| εσείς | αγριέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγρίευε |
| εσείς | αγριεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγρίεψε |
| εσείς | αγριέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγριέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγριεύομαι |
| εσύ | αγριεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριεύεται |
| εμείς | αγριευόμαστε |
| εσείς | αγριεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγριευόμουν |
| εσύ | αγριευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριευόταν |
| εμείς | αγριευόμασταν |
| εσείς | αγριευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | αγριεύτηκα |
| εσύ | αγριεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριεύτηκε |
| εμείς | αγριευτήκαμε |
| εσείς | αγριευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγριευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγριευτώ |
| εσύ | αγριευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγριευτεί |
| εμείς | αγριευτούμε |
| εσείς | αγριευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγριευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγριεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγριέψου |
| εσείς | αγριευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγριευτεί |