HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγριεύω — definition

Conjugation of αγριεύω

Regular CEFR B1
a.ɣɾiˈe.vo

θυμώνω, δείχνω θυμό, οργή, αγανάκτηση με λόγια ή με το βλέμμα μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγριεύω
εσύ αγριεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αγριεύει
εμείς αγριεύουμε
εσείς αγριεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγριεύουν
Παρατατικός
εγώ αγρίευα
εσύ αγρίευες
αυτός / αυτή / αυτό αγρίευε
εμείς αγριεύαμε
εσείς αγριεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγρίευαν
Αόριστος
εγώ αγρίεψα
εσύ αγρίεψες
αυτός / αυτή / αυτό αγρίεψε
εμείς αγριέψαμε
εσείς αγριέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγρίεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγριέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγριέψω
εσύ αγριέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αγριέψει
εμείς αγριέψουμε
εσείς αγριέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγριέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγρίευε
εσείς αγριεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγρίεψε
εσείς αγριέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγριέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγριεύομαι
εσύ αγριεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγριεύεται
εμείς αγριευόμαστε
εσείς αγριεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγριεύονται
Παρατατικός
εγώ αγριευόμουν
εσύ αγριευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγριευόταν
εμείς αγριευόμασταν
εσείς αγριευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγριεύονταν
Αόριστος
εγώ αγριεύτηκα
εσύ αγριεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγριεύτηκε
εμείς αγριευτήκαμε
εσείς αγριευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγριεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγριευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγριευτώ
εσύ αγριευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αγριευτεί
εμείς αγριευτούμε
εσείς αγριευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγριευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγριεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγριέψου
εσείς αγριευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγριευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary