HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγορεύω — definition

Conjugation of αγορεύω

Regular CEFR B1
a.ɣoˈre.vo

διατυπώνω άποψη δημοσίως επι μακρόν, εκθέτω αναλυτικά τις θέσεις μου συνήθως σε κοινό, διακηρύσσω, δημηγορώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγορεύω
εσύ αγορεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αγορεύει
εμείς αγορεύουμε
εσείς αγορεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγορεύουν
Παρατατικός
εγώ αγόρευα
εσύ αγόρευες
αυτός / αυτή / αυτό αγόρευε
εμείς αγορεύαμε
εσείς αγορεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγόρευαν
Αόριστος
εγώ αγόρευσα
εσύ αγόρευσες
αυτός / αυτή / αυτό αγόρευσε
εμείς αγορεύσαμε
εσείς αγορεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγόρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγορεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγορεύσω
εσύ αγορεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγορεύσει
εμείς αγορεύσουμε
εσείς αγορεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγορεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγόρευε
εσείς αγορεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγόρευσε
εσείς αγορεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγορεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary