Conjugation of αγοράζω
a.ɣoˈɾa.zoαποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγοράζω |
| εσύ | αγοράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοράζει |
| εμείς | αγοράζουμε |
| εσείς | αγοράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αγόραζα |
| εσύ | αγόραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγόραζε |
| εμείς | αγοράζαμε |
| εσείς | αγοράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγόραζαν |
Αόριστος
| εγώ | αγόρασα |
| εσύ | αγόρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγόρασε |
| εμείς | αγοράσαμε |
| εσείς | αγοράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγόρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγοράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγοράσω |
| εσύ | αγοράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοράσει |
| εμείς | αγοράσουμε |
| εσείς | αγοράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγόραζε |
| εσείς | αγοράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγόρασε |
| εσείς | αγοράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγοράσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγοράζομαι |
| εσύ | αγοράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοράζεται |
| εμείς | αγοραζόμαστε |
| εσείς | αγοράζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοράζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγοραζόμουν |
| εσύ | αγοραζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοραζόταν |
| εμείς | αγοραζόμασταν |
| εσείς | αγοραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοράζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αγοράστηκα |
| εσύ | αγοράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοράστηκε |
| εμείς | αγοραστήκαμε |
| εσείς | αγοραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοράστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγοραστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγοραστώ |
| εσύ | αγοραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγοραστεί |
| εμείς | αγοραστούμε |
| εσείς | αγοραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγοραστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγοράζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγοράσου |
| εσείς | αγοραστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγοραστεί |