HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγκυλώνω — definition

Conjugation of αγκυλώνω

Regular CEFR B2
aŋ.ɟiˈlo.no

τσιμπώ και προξενώ ελαφρό πόνο ή απλώς ενοχλώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκυλώνω
εσύ αγκυλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλώνει
εμείς αγκυλώνουμε
εσείς αγκυλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλώνουν
Παρατατικός
εγώ αγκύλωνα
εσύ αγκύλωνες
αυτός / αυτή / αυτό αγκύλωνε
εμείς αγκυλώναμε
εσείς αγκυλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκύλωναν
Αόριστος
εγώ αγκύλωσα
εσύ αγκύλωσες
αυτός / αυτή / αυτό αγκύλωσε
εμείς αγκυλώσαμε
εσείς αγκυλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκύλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκυλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκυλώσω
εσύ αγκυλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλώσει
εμείς αγκυλώσουμε
εσείς αγκυλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγκύλωνε
εσείς αγκυλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκύλωσε
εσείς αγκυλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκυλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκυλώνομαι
εσύ αγκυλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλώνεται
εμείς αγκυλωνόμαστε
εσείς αγκυλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλώνονται
Παρατατικός
εγώ αγκυλωνόμουν
εσύ αγκυλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλωνόταν
εμείς αγκυλωνόμασταν
εσείς αγκυλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλώνονταν
Αόριστος
εγώ αγκυλώθηκα
εσύ αγκυλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλώθηκε
εμείς αγκυλωθήκαμε
εσείς αγκυλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκυλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκυλωθώ
εσύ αγκυλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγκυλωθεί
εμείς αγκυλωθούμε
εσείς αγκυλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκυλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγκυλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκυλώσου
εσείς αγκυλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκυλωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary