HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγκριώνω — definition

Conjugation of αγκριώνω

Regular CEFR B2

to cling, catch, hitch Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκριώνω
εσύ αγκριώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκριώνει
εμείς αγκριώνουμε
εσείς αγκριώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριώνουν
Παρατατικός
εγώ αγκρίωνα
εσύ αγκρίωνες
αυτός / αυτή / αυτό αγκρίωνε
εμείς αγκριώναμε
εσείς αγκριώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκρίωναν
Αόριστος
εγώ αγκρίωσα
εσύ αγκρίωσες
αυτός / αυτή / αυτό αγκρίωσε
εμείς αγκριώσαμε
εσείς αγκριώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκρίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκριώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκριώσω
εσύ αγκριώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκριώσει
εμείς αγκριώσουμε
εσείς αγκριώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγκρίωνε
εσείς αγκριώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκρίωσε
εσείς αγκριώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκριώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκριώνομαι
εσύ αγκριώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγκριώνεται
εμείς αγκριωνόμαστε
εσείς αγκριώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριώνονται
Παρατατικός
εγώ αγκριωνόμουν
εσύ αγκριωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγκριωνόταν
εμείς αγκριωνόμασταν
εσείς αγκριωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριώνονταν
Αόριστος
εγώ αγκριώθηκα
εσύ αγκριώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγκριώθηκε
εμείς αγκριωθήκαμε
εσείς αγκριωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκριωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκριωθώ
εσύ αγκριωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγκριωθεί
εμείς αγκριωθούμε
εσείς αγκριωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκριωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγκριώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκριώσου
εσείς αγκριωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκριωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary