Conjugation of αγκομαχάω
aŋ.ɡo.maˈxa.oλαχανιάζω, ασθμαίνω, η ανάσα μου βγαίνει βαριά (πχ καθώς πασχίζω με κόπο να κάνω κάτι) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγκομαχάω |
| εσύ | αγκομαχάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκομαχάει |
| εμείς | αγκομαχάμε |
| εσείς | αγκομαχάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκομαχάνε |
Παρατατικός
| εγώ | αγκομαχούσα |
| εσύ | αγκομαχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκομαχούσε |
| εμείς | αγκομαχούσαμε |
| εσείς | αγκομαχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκομαχούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αγκομάχησα |
| εσύ | αγκομάχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκομάχησε |
| εμείς | αγκομαχήσαμε |
| εσείς | αγκομαχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκομάχησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγκομαχήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγκομαχήσω |
| εσύ | αγκομαχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκομαχήσει |
| εμείς | αγκομαχήσουμε |
| εσείς | αγκομαχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκομαχήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγκομάχαγε |
| εσείς | αγκομαχάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγκομάχησε |
| εσείς | αγκομαχήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγκομαχήσει |