HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγκομαχάω — definition

Conjugation of αγκομαχάω

Regular CEFR B2
aŋ.ɡo.maˈxa.o

λαχανιάζω, ασθμαίνω, η ανάσα μου βγαίνει βαριά (πχ καθώς πασχίζω με κόπο να κάνω κάτι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκομαχάω
εσύ αγκομαχάς
αυτός / αυτή / αυτό αγκομαχάει
εμείς αγκομαχάμε
εσείς αγκομαχάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκομαχάνε
Παρατατικός
εγώ αγκομαχούσα
εσύ αγκομαχούσες
αυτός / αυτή / αυτό αγκομαχούσε
εμείς αγκομαχούσαμε
εσείς αγκομαχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκομαχούσαν
Αόριστος
εγώ αγκομάχησα
εσύ αγκομάχησες
αυτός / αυτή / αυτό αγκομάχησε
εμείς αγκομαχήσαμε
εσείς αγκομαχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκομάχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκομαχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκομαχήσω
εσύ αγκομαχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκομαχήσει
εμείς αγκομαχήσουμε
εσείς αγκομαχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκομαχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγκομάχαγε
εσείς αγκομαχάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκομάχησε
εσείς αγκομαχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκομαχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary