HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγκαζάρω — definition

Conjugation of αγκαζάρω

Regular CEFR B2
aŋ.ɡaˈza.ɾo

δεσμεύω κάποιον με πρόσκληση, την οποία αποδέχτηκε, ή αποσπώντας εκ των προτέρων την υπόσχεσή του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκαζάρω
εσύ αγκαζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζάρει
εμείς αγκαζάρουμε
εσείς αγκαζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάρουν
Παρατατικός
εγώ αγκαζάριζα
εσύ αγκαζάριζες
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζάριζε
εμείς αγκαζάραμε
εσείς αγκαζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάριζαν
Αόριστος
εγώ αγκαζάρισα
εσύ αγκαζάρισες
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζάρισε
εμείς αγκαζάραμε
εσείς αγκαζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκαζάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκαζάρω
εσύ αγκαζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζάρει
εμείς αγκαζάρουμε
εσείς αγκαζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγκαζάριζε
εσείς αγκαζάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκαζάρισε
εσείς αγκαζάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκαζάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκαζάρομαι
εσύ αγκαζάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζάρεται
εμείς αγκαζαριζόμαστε
εσείς αγκαζάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάρονται
Παρατατικός
εγώ αγκαζαριζόμουν
εσύ αγκαζαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζαριζόταν
εμείς αγκαζαριζόμασταν
εσείς αγκαζαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζάρονταν
Αόριστος
εγώ αγκαζαρίστηκα
εσύ αγκαζαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζαρίστηκε
εμείς αγκαζαριστήκαμε
εσείς αγκαζαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκαζαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκαζαριστώ
εσύ αγκαζαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό αγκαζαριστεί
εμείς αγκαζαριστούμε
εσείς αγκαζαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκαζαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγκαζάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αγκαζαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκαζαριστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary