Conjugation of αγγλοποιώ
aŋ.ɡlo.piˈoκάνω κάτι να αποκτήσει αγγλικό χαρακτηριστικό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγλοποιώ |
| εσύ | αγγλοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιεί |
| εμείς | αγγλοποιούμε |
| εσείς | αγγλοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | αγγλοποιούσα |
| εσύ | αγγλοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιούσε |
| εμείς | αγγλοποιούσαμε |
| εσείς | αγγλοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αγγλοποίησα |
| εσύ | αγγλοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποίησε |
| εμείς | αγγλοποιήσαμε |
| εσείς | αγγλοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγλοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγλοποιήσω |
| εσύ | αγγλοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιήσει |
| εμείς | αγγλοποιήσουμε |
| εσείς | αγγλοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγγλοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγγλοποίησε |
| εσείς | αγγλοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγλοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγλοποιούμαι |
| εσύ | αγγλοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιείται |
| εμείς | αγγλοποιούμαστε |
| εσείς | αγγλοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | αγγλοποιούμουν |
| εσύ | αγγλοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιούνταν |
| εμείς | αγγλοποιούμασταν |
| εσείς | [αγγλοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αγγλοποιήθηκα |
| εσύ | αγγλοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιήθηκε |
| εμείς | αγγλοποιηθήκαμε |
| εσείς | αγγλοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγλοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγλοποιηθώ |
| εσύ | αγγλοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγλοποιηθεί |
| εμείς | αγγλοποιηθούμε |
| εσείς | αγγλοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγλοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγγλοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγγλοποιήσου |
| εσείς | αγγλοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγλοποιηθεί |