Conjugation of αγγαρεύω
aŋ.ɡaˈɾe.voζητώ από κάποιον ή τον αναγκάζω να κάνει χωρίς αμοιβή μια συγκεκριμένη εργασία, πιθανόν δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη, μια αγγαρεία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγαρεύω |
| εσύ | αγγαρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρεύει |
| εμείς | αγγαρεύουμε |
| εσείς | αγγαρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | αγγάρευα |
| εσύ | αγγάρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγάρευε |
| εμείς | αγγαρεύαμε |
| εσείς | αγγαρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγάρευαν |
Αόριστος
| εγώ | αγγάρεψα |
| εσύ | αγγάρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγάρεψε |
| εμείς | αγγαρέψαμε |
| εσείς | αγγαρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγάρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγαρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγαρέψω |
| εσύ | αγγαρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρέψει |
| εμείς | αγγαρέψουμε |
| εσείς | αγγαρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγγάρευε |
| εσείς | αγγαρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγγάρεψε |
| εσείς | αγγαρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγαρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγαρεύομαι |
| εσύ | αγγαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρεύεται |
| εμείς | αγγαρευόμαστε |
| εσείς | αγγαρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγγαρευόμουν |
| εσύ | αγγαρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρευόταν |
| εμείς | αγγαρευόμασταν |
| εσείς | αγγαρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | αγγαρεύτηκα |
| εσύ | αγγαρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρεύτηκε |
| εμείς | αγγαρευτήκαμε |
| εσείς | αγγαρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγαρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγαρευτώ |
| εσύ | αγγαρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγαρευτεί |
| εμείς | αγγαρευτούμε |
| εσείς | αγγαρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγαρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγγαρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγγαρέψου |
| εσείς | αγγαρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγαρευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.