HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγαπίζω — definition

Conjugation of αγαπίζω

Regular CEFR B1
a.ɣaˈpi.zo

συμφιλιώνομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγαπίζω
εσύ αγαπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαπίζει
εμείς αγαπίζουμε
εσείς αγαπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαπίζουν
Παρατατικός
εγώ αγάπιζα
εσύ αγάπιζες
αυτός / αυτή / αυτό αγάπιζε
εμείς αγαπίζαμε
εσείς αγαπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάπιζαν
Αόριστος
εγώ αγάπισα
εσύ αγάπισες
αυτός / αυτή / αυτό αγάπισε
εμείς αγαπίσαμε
εσείς αγαπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγαπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγαπίσω
εσύ αγαπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαπίσει
εμείς αγαπίσουμε
εσείς αγαπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγάπιζε
εσείς αγαπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγάπισε
εσείς αγαπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγαπίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary