HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγανακτώ — definition

Conjugation of αγανακτώ

Regular CEFR B2
a.ɣa.naˈkto

θυμώνω πολύ, καταλαμβάνομαι από αγανάκτηση, δικαιολογημένο θυμό επειδή αδικούμαι ή ταλαιπωρούμαι αδικαιολόγητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγανακτώ
εσύ αγανακτείς
αυτός / αυτή / αυτό αγανακτεί
εμείς αγανακτούμε
εσείς αγανακτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγανακτούν
Παρατατικός
εγώ αγανακτούσα
εσύ αγανακτούσες
αυτός / αυτή / αυτό αγανακτούσε
εμείς αγανακτούσαμε
εσείς αγανακτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγανακτούσαν
Αόριστος
εγώ αγανάκτησα
εσύ αγανάκτησες
αυτός / αυτή / αυτό αγανάκτησε
εμείς αγανακτήσαμε
εσείς αγανακτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγανάκτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγανακτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγανακτήσω
εσύ αγανακτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγανακτήσει
εμείς αγανακτήσουμε
εσείς αγανακτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγανακτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγανακτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγανάκτησε
εσείς αγανακτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγανακτήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary