HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγαθεύω — definition

Conjugation of αγαθεύω

Regular CEFR B1
a.ɣaˈθe.vo

γίνομαι αφελής, βλάκας, μωραίνομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγαθεύω
εσύ αγαθεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαθεύει
εμείς αγαθεύουμε
εσείς αγαθεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαθεύουν
Παρατατικός
εγώ αγάθευα
εσύ αγάθευες
αυτός / αυτή / αυτό αγάθευε
εμείς αγαθεύαμε
εσείς αγαθεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάθευαν
Αόριστος
εγώ αγάθεψα
εσύ αγάθεψες
αυτός / αυτή / αυτό αγάθεψε
εμείς αγαθέψαμε
εσείς αγαθέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάθεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγαθέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγαθέψω
εσύ αγαθέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαθέψει
εμείς αγαθέψουμε
εσείς αγαθέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαθέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγάθευε
εσείς αγαθεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγάθεψε
εσείς αγαθέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγαθέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary