HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αβγοκόβω — definition

Conjugation of αβγοκόβω

Regular CEFR B2
avɣoˈkovo

προσθέτω σε ένα φαγητό αβγολέμονο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αβγοκόβω
εσύ αβγοκόβεις
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκόβει
εμείς αβγοκόβουμε
εσείς αβγοκόβετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκόβουν
Παρατατικός
εγώ αβγόκοβα
εσύ αβγόκοβες
αυτός / αυτή / αυτό αβγόκοβε
εμείς αβγοκόβαμε
εσείς αβγοκόβατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγόκοβαν
Αόριστος
εγώ αβγόκοψα
εσύ αβγόκοψες
αυτός / αυτή / αυτό αβγόκοψε
εμείς αβγοκόψαμε
εσείς αβγοκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγόκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγοκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αβγοκόψω
εσύ αβγοκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκόψει
εμείς αβγοκόψουμε
εσείς αβγοκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αβγόκοβε
εσείς αβγοκόβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αβγόκοψε
εσείς αβγοκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αβγοκόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αβγοκόβομαι
εσύ αβγοκόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκόβεται
εμείς αβγοκοβόμαστε
εσείς αβγοκόβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκόβονται
Παρατατικός
εγώ αβγοκοβόμουν
εσύ αβγοκοβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκοβόταν
εμείς αβγοκοβόμασταν
εσείς αβγοκοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκόβονταν
Αόριστος
εγώ αβγοκόπηκα
εσύ αβγοκόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκόπηκε
εμείς αβγοκοπήκαμε
εσείς αβγοκοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβγοκοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αβγοκοπώ
εσύ αβγοκοπείς
αυτός / αυτή / αυτό αβγοκοπεί
εμείς αβγοκοπούμε
εσείς αβγοκοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αβγοκοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αβγοκόβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αβγοκόψου
εσείς αβγοκοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αβγοκοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary