HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αβαράρω — definition

Conjugation of αβαράρω

Regular CEFR B1
a.vaˈɾa.ɾo

απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αβαράρω
εσύ αβαράρεις
αυτός / αυτή / αυτό αβαράρει
εμείς αβαράρουμε
εσείς αβαράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαράρουν
Παρατατικός
εγώ αβάραρα
εσύ αβάραρες
αυτός / αυτή / αυτό αβάραρε
εμείς αβαράραμε
εσείς αβαράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβάραραν
Αόριστος
εγώ αβάραρα
εσύ αβάραρες
αυτός / αυτή / αυτό αβάραρε
εμείς αβαράραμε
εσείς αβαράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβάραραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβαράρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αβαράρω
εσύ αβαράρεις
αυτός / αυτή / αυτό αβαράρει
εμείς αβαράρουμε
εσείς αβαράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαράρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αβάραρε
εσείς αβαράρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αβάραρε
εσείς αβαράρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αβαράρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary