Conjugation of αβαράρω
a.vaˈɾa.ɾoαπομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αβαράρω |
| εσύ | αβαράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαράρει |
| εμείς | αβαράρουμε |
| εσείς | αβαράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαράρουν |
Παρατατικός
| εγώ | αβάραρα |
| εσύ | αβάραρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβάραρε |
| εμείς | αβαράραμε |
| εσείς | αβαράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβάραραν |
Αόριστος
| εγώ | αβάραρα |
| εσύ | αβάραρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβάραρε |
| εμείς | αβαράραμε |
| εσείς | αβαράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβάραραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αβαράρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αβαράρω |
| εσύ | αβαράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαράρει |
| εμείς | αβαράρουμε |
| εσείς | αβαράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαράρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αβάραρε |
| εσείς | αβαράρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αβάραρε |
| εσείς | αβαράρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αβαράρει |