Conjugation of άγω
/ˈa.ɣo/μετακινώ, επιτρέπω τη δίοδο της θερμότητας ή του ηλεκτρικού ρεύματος, λειτουργώ ως αγωγός, Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | άγω |
| εσύ | άγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | άγει |
| εμείς | άγουμε |
| εσείς | άγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άγουν |
Παρατατικός
| εγώ | ‑ήγα |
| εσύ | ‑ήγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ‑ήγε |
| εμείς | ‑άγαμε |
| εσείς | ‑άγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ‑ήγαν |
Αόριστος
| εγώ | ‑ήγαγα |
| εσύ | ‑ήγαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ‑ήγαγε |
| εμείς | ‑αγάγαμε |
| εσείς | ‑αγάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ‑ήγαγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ‑αγάγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ‑αγάγω |
| εσύ | ‑αγάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ‑αγάγει |
| εμείς | ‑αγάγουμε |
| εσείς | ‑αγάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ‑αγάγουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άγε |
| εσείς | ‑άγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | [{‑άγαγε}] |
| εσείς | ‑αγάγετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ‑αγάγει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | άγομαι |
| εσύ | άγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | άγεται |
| εμείς | αγόμαστε |
| εσείς | άγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άγονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγόμουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγόταν |
| εμείς | αγόμασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άγονταν |
Αόριστος
| εγώ | άχθηκα |
| εσύ | άχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άχθηκε |
| εμείς | αχθήκαμε |
| εσείς | αχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αχθώ |
| εσύ | αχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αχθεί |
| εμείς | αχθούμε |
| εσείς | αχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αθχούν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | άγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αχθεί |