HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← άγω — definición

Conjugation of άγω

Regular CEFR C2
/ˈa.ɣo/

μετακινώ, επιτρέπω τη δίοδο της θερμότητας ή του ηλεκτρικού ρεύματος, λειτουργώ ως αγωγός, Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ άγω
εσύ άγεις
αυτός / αυτή / αυτό άγει
εμείς άγουμε
εσείς άγετε
αυτοί / αυτές / αυτά άγουν
Παρατατικός
εγώ ‑ήγα
εσύ ‑ήγες
αυτός / αυτή / αυτό ‑ήγε
εμείς ‑άγαμε
εσείς ‑άγατε
αυτοί / αυτές / αυτά ‑ήγαν
Αόριστος
εγώ ‑ήγαγα
εσύ ‑ήγαγες
αυτός / αυτή / αυτό ‑ήγαγε
εμείς ‑αγάγαμε
εσείς ‑αγάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά ‑ήγαγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ‑αγάγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ‑αγάγω
εσύ ‑αγάγεις
αυτός / αυτή / αυτό ‑αγάγει
εμείς ‑αγάγουμε
εσείς ‑αγάγετε
αυτοί / αυτές / αυτά ‑αγάγουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άγε
εσείς ‑άγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ [{‑άγαγε}]
εσείς ‑αγάγετε
Απαρέμφατο αορίστου
‑αγάγει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ άγομαι
εσύ άγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό άγεται
εμείς αγόμαστε
εσείς άγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά άγονται
Παρατατικός
εγώ αγόμουν
αυτός / αυτή / αυτό αγόταν
εμείς αγόμασταν
αυτοί / αυτές / αυτά άγονταν
Αόριστος
εγώ άχθηκα
εσύ άχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό άχθηκε
εμείς αχθήκαμε
εσείς αχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά άχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αχθώ
εσύ αχθείς
αυτός / αυτή / αυτό αχθεί
εμείς αχθούμε
εσείς αχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αθχούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς άγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αχθεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary