Conjugation of συμπλέω
simˈble.oπλέω προς την ίδια κατεύθυνση μαζί με άλλο πλοίο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμπλέω |
| εσύ | συμπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπλέει |
| εμείς | συμπλέουμε |
| εσείς | συμπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπλέουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέπλεα |
| εσύ | συνέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέπλεε |
| εμείς | συμπλέαμε |
| εσείς | συμπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέπλευσα |
| εσύ | συνέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέπλευσε |
| εμείς | συμπλεύσαμε |
| εσείς | συμπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμπλεύσω |
| εσύ | συμπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπλεύσει |
| εμείς | συμπλεύσουμε |
| εσείς | συμπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύμπλεε |
| εσείς | συμπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύμπλευσε |
| εσείς | συμπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμπλεύσει |